|
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο που ο ίδιος δημιούργησε. Επί μία δεκαετία υπήρξε το βασικό πολιτικό πλεονέκτημα της Νέας Δημοκρατίας. Τώρα κινδυνεύει να γίνει και ο αποκλειστικός αποδέκτης της φθοράς της.
Όταν εξελέγη πρόεδρος της ΝΔ, τον Ιανουάριο του 2016, το κόμμα προερχόταν από μια περίοδο ήττας, εσωστρέφειας και αμφισβήτησης μετά την ήττα Σαμαρά από το Αλέξη Τσίπρα. Ο ίδιος μάλιστα δεν ήταν το φαβορί της εσωκομματικής αναμέτρησης. Ανέτρεψε το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου και κέρδισε τον Ευάγγελο Μεϊμαράκη με 52,43%.
Από εκεί άρχισε κάτι περισσότερο από μία αλλαγή ηγεσίας. Άρχισε η σταδιακή μετατροπή της ΝΔ από κόμμα παραδοσιακών εσωτερικών ισορροπιών σε κόμμα πρωθυπουργικής κυριαρχίας.
Ο Μητσοτάκης περιόρισε την επιρροή της παλιάς κομματικής γεωγραφίας, έφερε τεχνοκράτες και στελέχη από το μεταρρυθμιστικό Κέντρο, άνοιξε τη ΝΔ σε ακροατήρια που δεν είχαν ιστορικούς δεσμούς μαζί της και τελικά κατέλαβε έναν πολιτικό χώρο πολύ ευρύτερο από τα παραδοσιακά όριά της. Ακόμη και η «Καθημερινή», αποτιμώντας τη δεκαετία του, περιέγραψε μία ΝΔ αποτελεσματικότερη ως μηχανισμό εξουσίας, αλλά λιγότερο πολυφωνική και πολύ διαφορετική από το κόμμα που παρέλαβε.
Τα εκλογικά αποτελέσματα δικαίωσαν αυτή τη στρατηγική. Από το 28,10% του Σεπτεμβρίου του 2015, η ΝΔ πήγε στο 39,85% το 2019 και στο 40,56% τον Ιούνιο του 2023.
Δεν ήταν απλώς νίκες ενός κόμματος. Ήταν η δημιουργία μιας μητσοτακικής εκλογικής συμμαχίας.
Και αυτή η πολιτική κυριαρχία συνέπεσε με πραγματικές, μετρήσιμες αλλαγές στην οικονομία. Η Ελλάδα επέστρεψε στην επενδυτική βαθμίδα, η ανεργία αποκλιμακώθηκε θεαματικά, τα δημόσια οικονομικά σταθεροποιήθηκαν και για σειρά ετών η ανάπτυξη κινήθηκε υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει χαρακτηρίσει την επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα πιστοποίηση της αποκατάστασης της αξιοπιστίας της χώρας.
Ακόμη και σήμερα, μέσα σε πολύ δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% το 2026 και συνέχιση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους προς το 140,7% του ΑΕΠ στο τέλος του έτους.
Εδώ όμως αρχίζει το πρόβλημα.
Η μακροοικονομική Ελλάδα και η Ελλάδα της κουζίνας δεν αφηγούνται πλέον την ίδια ιστορία. Η ακρίβεια αναδεικνύεται από το 59% ως το σημαντικότερο πρόβλημα. Το 58,5% δηλώνει ότι το βιοτικό του επίπεδο επιδεινώθηκε τον τελευταίο χρόνο και το 76,2% θεωρεί ότι η κυβέρνηση καθυστερεί να αντιδράσει.
Strategic Use Case
Θέλετε να δούμε έτσι και το δικό σας θέμα;
Η ίδια λογική ανάλυσης μπορεί να προσαρμοστεί σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, θεσμικά projects, πολιτικά πρόσωπα και ομάδες επικοινωνίας που χρειάζονται καθαρό αφήγημα, καλύτερη κατανόηση των συσχετισμών και πιο σωστή δημόσια τοποθέτηση.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ρήγμα.
Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει επενδυτική βαθμίδα, ανάπτυξη, γεωπολιτικές συμμαχίες, ψηφιοποίηση και πτώση της ανεργίας. Ο πολίτης όμως τελικά ψηφίζει μπροστά στο ράφι, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού, στο ενοίκιο και στο τέλος του μήνα.
Και επειδή το μοντέλο εξουσίας της τελευταίας δεκαετίας υπήρξε τόσο προσωποκεντρικό, η δυσαρέσκεια δεν σταματά πλέον στους υπουργούς. Ανεβαίνει κατευθείαν στον πρωθυπουργό.
Οι ευρωεκλογές του 2024 ήταν η πρώτη σοβαρή προειδοποίηση. Η ΝΔ έπεσε στο 28,31%. Σήμερα όμως εμφανίζεται ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον φαινόμενο. Η κυβέρνηση φθείρεται περισσότερο από τον Μητσοτάκη.
Στην πρόσφατη Opinion Poll η ΝΔ βρίσκεται στο 30,3% της εκτίμησης ψήφου και το 66,3% αξιολογεί αρνητικά την κυβερνητική θητεία. Παρ’ όλα αυτά, ο Μητσοτάκης παραμένει πρώτος στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός με 27,4%, έναντι 13,1% του Αλέξη Τσίπρα. Άλλη πρόσφατη μέτρηση, της Interview, καταγράφει τη ΝΔ στο 29,6% και τον πρωθυπουργό να προηγείται κατά 19 μονάδες στην καταλληλότητα.
Αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγάλο πλεονέκτημα και η παγίδα του.
Ο Μητσοτάκης εξακολουθεί να είναι ισχυρότερος από τους αντιπάλους του. Δεν είναι όμως πλέον ισχυρότερος από τη συσσωρευμένη κοινωνική φθορά. Και εδώ μπαίνουμε στην πιο δύσκολη φάση.
Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, υπουργοί και βουλευτές έχουν φυσιολογικό κίνητρο να στραφούν στις περιφέρειές τους, να προστατεύσουν την προσωπική εκλογική τους βάση και να αντιμετωπίσουν την κυβέρνηση όλο και περισσότερο ως προεκλογικό όχημα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει ήδη ζητήσει από τους υπουργούς παραδοτέα, μεγαλύτερη δημόσια παρουσία και υπεράσπιση του συνολικού κυβερνητικού έργου.
Γιατί γνωρίζει το πρόβλημα. Μέχρι σήμερα εκείνος κουβαλούσε τη ΝΔ. Στην τελική ευθεία χρειάζεται η ΝΔ να αρχίσει να κουβαλά και εκείνον.
Εδώ κρίνεται η τρίτη αυτοδυναμία.
Η κατακερματισμένη αντιπολίτευση αποτελεί ακόμη τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Αλλά η απουσία ισχυρού αντιπάλου δεν παράγει αυτομάτως αυτοδυναμία. Μία ΝΔ γύρω στο 30% μπορεί να κερδίσει άνετα τις εκλογές και ταυτόχρονα να απέχει πολύ από το πολιτικό αποτέλεσμα που θέλει ο Μητσοτάκης.
Ακόμη πιο ανησυχητικό για το Μαξίμου είναι ένα άλλο εύρημα. Στην Opinion Poll, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου αξιολογείται ως καθοριστικός παράγοντας ψήφου από το 35,6%, η πολιτική αλλαγή από το 35,1%, ενώ η σταθερότητα ακολουθεί στο 27,1%.
Δηλαδή το επιχείρημα που τον έφερε δύο φορές στην αυτοδυναμία, αποτελεσματικότητα συν σταθερότητα, δεν αρκεί πλέον από μόνο του.
Το πραγματικό στοίχημα επομένως δεν είναι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βγει πρώτος το 2027. Με τα σημερινά δεδομένα παραμένει το πιθανότερο σενάριο.
Το ιστορικό στοίχημα είναι αν θα μπορέσει να ξανασυνθέσει εκείνη την κοινωνική και πολιτική συμμαχία που έδωσε στη ΝΔ το 40%: παραδοσιακή Κεντροδεξιά, μεταρρυθμιστικό Κέντρο, παραγωγικές δυνάμεις, μεσαία τάξη και πολίτες που δεν έγιναν ποτέ πραγματικά Νέα Δημοκρατία αλλά έγιναν ψηφοφόροι Μητσοτάκη.
Και αυτή τη φορά πρέπει να το κάνει χωρίς τη βοήθεια της προσδοκίας. Με το βάρος οκτώ ετών διακυβέρνησης. Και με μια ήδη ανακοινωμένη τελευταία θητεία αν νικήσει στις επόμενες εκλογές.
Αν πετύχει τρίτη διαδοχική αυτοδυναμία, δεν θα είναι απλώς ακόμη μία εκλογική νίκη. Θα είναι η απόδειξη ότι κατάφερε κάτι πολύ δυσκολότερο από το να κυριαρχήσει στη Νέα Δημοκρατία: να υποχρεώσει ολόκληρη τη Νέα Δημοκρατία να ξαναστοιχηθεί πίσω του, ακριβώς τη στιγμή που ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να κερδίσει μόνος του. Θα μπορέσει όμως;



