|
Η πιο εύκολη οικονομική πολιτική είναι να ανακοινώνεις μικρότερους φόρους χωρίς να εξηγείς τι θα χρηματοδοτείς την επόμενη ημέρα. Η ακρίβεια είναι πραγματική, η επιβάρυνση από τους έμμεσους φόρους επίσης. Ακριβώς γι’ αυτό, οι προτάσεις αντιμετώπισής της χρειάζονται περισσότερη σοβαρότητα από έναν κατάλογο μειώσεων. Σύσωμμη η αντιπολίτευση αναφέρεται σε μειώσεις συντελεστές, συγκρίσεις και υποσχέσεις επί παντό επιστητού. Απουσιάζουν όμως η συνολική κοστολόγηση, η χρηματοδότηση και η τεκμηρίωση του οφέλους για τον καταναλωτή.
Ας αρχίσουμε από μια εξαγγελία που ακούγεται εντυπωσιακότερη απ’ όσο είναι: να πάει η εστίαση στο 13%. Το φαγητό στην εστίαση υπάγεται ήδη, κατά κανόνα, στο 13%. Ο κανονικός συντελεστής αφορά εξαιρέσεις, όπως τα ποτά και τα ροφήματα που καταναλώνονται επιτόπου. Συνεπώς, μια συγκεκριμένη πρόταση θα έπρεπε να ορίζει ποιες ακριβώς κατηγορίες μετατάσσονται, με ποιο κόστος και ποιο αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η γενική διατύπωση παρουσιάζει ως συνολική μεταρρύθμιση κάτι που, σε σημαντικό μέρος του κλάδου, ισχύει ήδη.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται το επιχείρημα για ΦΠΑ 15% στα καύσιμα. Το 15% είναι το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο του κανονικού συντελεστή, όχι μια αυτόματη άδεια να επιλέγει κάθε χώρα αυτό το ποσοστό ειδικά για τη βενζίνη. Οι μειωμένοι συντελεστές διέπονται από διαφορετικούς κανόνες, συγκεκριμένες κατηγορίες και παρεκκλίσεις. Επομένως, η ταυτόχρονη υπόσχεση για γενικό συντελεστή 23% και καύσιμα στο 15% απαιτεί συγκεκριμένη νομική θεμελίωση. Η επίκληση ενός ευρωπαϊκού ελάχιστου δεν την υποκαθιστά.
Στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης υπάρχει πράγματι περιθώριο μείωσης μέχρι τα ευρωπαϊκά ελάχιστα. Για την αμόλυβδη το κατώτατο είναι 35,9 λεπτά ανά λίτρο. Αλλά το θεσμικά επιτρεπτό δεν ταυτίζεται με το οικονομικά χρηματοδοτημένο. Ενδεικτικά, κάθε μείωση δέκα λεπτών σε ένα δισεκατομμύριο φορολογούμενα λίτρα σημαίνει απώλεια εκατό εκατομμυρίων ευρώ από τον συγκεκριμένο φόρο, πριν υπολογιστούν άλλες επιδράσεις. Όποιος προτείνει μεγάλη και μόνιμη μείωση οφείλει να παρουσιάσει τον αντίστοιχο ετήσιο λογαριασμό.
Υπάρχει και το ερώτημα ποιος ωφελείται. Η οριζόντια μείωση ανά λίτρο δίνει μεγαλύτερο άμεσο όφελος σε όποιον αγοράζει περισσότερα λίτρα. Δεν ξεχωρίζει τον εργαζόμενο που χρειάζεται αυτοκίνητο για να φτάσει στη δουλειά από εκείνον που έχει πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα κατανάλωσης. Οι ανάγκες μετακίνησης ασφαλώς δεν καθορίζονται μόνο από το εισόδημα. Γι’ αυτό χρειάζεται σχεδιασμός. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις μπορούν να προστατεύσουν τα ασθενέστερα νοικοκυριά με σημαντικά μικρότερο δημοσιονομικό κόστος από τις γενικές επιδοτήσεις τιμών.
Ούτε η μείωση του ΦΠΑ φτάνει υποχρεωτικά ολόκληρη στην απόδειξη. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξηγεί ότι η μεταφορά της φορολογικής αλλαγής στις τιμές εξαρτάται από τις αποφάσεις των επιχειρήσεων και τις συνθήκες της αγοράς. Χωρίς επαρκή ανταγωνισμό, μέρος της ελάφρυνσης μπορεί να παραμείνει στο περιθώριο κέρδους. Και η μείωση από το 24% στο 23%, ακόμη και αν περάσει πλήρως στον καταναλωτή, κατεβάζει μια τιμή 124 ευρώ στα 123. Πρόκειται για όφελος περίπου 0,81%, χρήσιμο αλλά περιορισμένο μπροστά στο εύρος της ακρίβειας.
Ακόμη πιο αδύναμο είναι το επιχείρημα ότι μια παλαιότερη μείωση φόρου ακολουθήθηκε από αύξηση εσόδων, άρα θα συμβεί ξανά. Τα συνολικά έσοδα επηρεάζονται από την ανάπτυξη, τον τουρισμό, την κατανάλωση και τη φορολογική συμμόρφωση. Η χρονική διαδοχή δεν αποδεικνύει αιτιότητα. Αντίστοιχα, ο πληθωρισμός μπορεί να μειώνει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ αυξάνοντας τον παρονομαστή. Αυτό δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την ακρίβεια για να εμφανίζει καλύτερους αριθμούς.
Η κυβέρνηση οφείλει να δικαιολογεί κάθε φόρο και κάθε αδράνεια απέναντι στην ακρίβεια. Η αντιπολίτευση οφείλει να εξηγεί κάθε υπόσχεση. Κοινωνική ευαισθησία είναι να γνωρίζεις πόσα χρήματα θα φτάσουν σε εκείνον που πιέζεται και από πού θα προέλθουν. Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, οι μειώσεις παραμένουν πολιτικά ευχάριστες επιθυμίες. Και ο λογαριασμός περιμένει τον επόμενο προϋπολογισμό. Και θυμόμαστε τα προηγούμενα Ζάππεια που οδήγησαν.



